Η Παιδεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο τέλειος αυτός εκπρόσωπος του μεγαλείου του Ελληνικού κόσμου, είνα ασφαλώς μια από τις προβληματικότες μορφές της ιστορίας. Πέραν της σημασίας του έργου του, που σφραγίζει το τέλος μια ιστορικής περιόδου και την απαρχή μιας άλλης, παραμένει το αίνιγμα μια προσωπικότητας που εμπνέεται και ενεργεί κάτω από τις ισχυρές παρορμήσεις δύο αντιθέτων και αλληλομαχόμενων δυνάμεων, της Ελληνικής αρετής αφενός και αφετέρου των τυφλών φυσικών ενστίκτων, των παθών και των ορμεμφύτων.
Ολυμπιάς.
Η Ολυμπιάδα, η βασίλισσα της Μακεδονίας, γέννησε τον πρωτότοκο γιό της στην Πέλλα, κατά το έτος της 106ης Ολυμπιάδος, δηλαδή, όπως το υπολογίζουν οι χριστιανοί ιστορικοί, το 356 π.Χ. Ήταν ένα εξαιρετικό μωρό. Η Ολυμπιάς, βίαια και συναισθηματική, ήταν υπερήφανη γι' αυτόν. Ασφαλώς ήλπιζε πως θα τη βοηθούσε να σταθεροποιήσει τη θέση της στην καρδιά του πατέρα του, του βασιλέως Φιλίππου.
Φίλιππος
Εκείνον τον χρόνο ο Φίλιππος δέχθηκε τρεις καλές ειδήσεις, τη μια αμέσως μετά την άλλη. Ο στρατηγός του Παρμενίων είχε κατατροπώσει τα ορεσίβια φύλα των Ιλλυριών. Η νεαρή βασίλισσά του είχε γεννήσει αγόρι. Το άλογό του είχε νικήσει στους ολυμπιακούς αγώνες. 0 ίδιος όμως δεν βρισκόταν κοντά στον προσκέφαλο της Ολυμπιάδος. Και πραγματικά, σπάνια βρισκόταν. Ο Φίλιππος νεαρός, ατρόμητος, εύγλωττος, πανούργος και ακαταπόνητος είχε θέσει ως σκοπό να επεκτείνει το βασίλειο του, ήταν γοητευτικότατος όταν γύρισε στην πατρίδα. Έδειξε το πρέπον ενδιαφέρον για τον γιό του και έμεινε ικανοποιημένος με την Ολυμπιάδα. Αλλά την επόμενη άνοιξη έφυγε πάλι. Έτσι, οι πρώτες αναμνήσεις του Αλεξάνδρου ήταν από ένα σπίτι όπου αφεντικό ήταν κυρίως η μητέρα του, μια μητέρα στοργική και νοσηρά αφοσιωμένη, ενώ ο «πατέρας» ήταν μάλλον μια αφηρημένη ιδέα, που από καιρό σε καιρό ενσαρκωνόταν σ' ένα κουρασμένο, ισχνό αλλά πάντοτε αεικίνητο άνδρα.
Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος τα κατοπινά χρόνια τηρούσαν το μακεδονικό βασιλικό έθιμο να δίνουν συμπόσια και να πίνουν κατά κόρον. Ο Φίλιππος έπινε με ευχαρίστηση, ο Αλέξανδρος με κάποιο μέτρο στα νιάτα του. Αργότερα, στην Ασία έπινε περισσότερο. Αν δεν έκαναν έτσι κι αν δεν οδηγούσαν αυτοπροσώπως τους άνδρες τους στη μάχη και στις εφόδους, κερδίζοντας στη σύντομη ζωή τους περισσότερα τραύματα από οποιονδήποτε άλλο πολεμιστή τους, είναι αμφίβολο αν θα είχαν τόσο αποτελεσματικά κρατήσει τη νομιμοφροσύνη του στρατού τους.
Στην αρχή του έβδομου χρόνου του, κάθε αγόρι καλής καταγωγής άφηνε πια την τροφό του, και το έβαζαν κάτω από την επίβλεψη ενός παιδαγωγού. Στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, τα καθήκοντα αυτά τα ανέλαβε ένας Έλληνας που τον έλεγαν Λυσίμαχο. Ο Λυσίμαχος, που καταγόταν από την Ακαρνανία, τη χώρα που συνόρευε με τη νότια Ήπειρο, ήταν από αρχοντική οικογένεια και ικανός άνθρωπος. Το γεγονός ότι σε όλη τη ζωή έμεινε πιστός στον Αλέξανδρο δείχνει πως η επιλογή ήταν σωστή.
Λένε πως ο Φίλιππος διασκέδαζε πολύ με τη συνήθεια του Λυσιμάχου να τον ονομάζει Πηλέα, να λέει τον Αλέξανδρο Αχιλλέα και τον εαυτό του Φοίνικα. Υπήρχε ένας μύθος που έλεγε πως ο Φοίνικας είχε διωχθεί από τον πατέρα του, τον βασιλιά των Δολόπων στην Ήπειρο, εξαιτίας του δεσμού του με την ερωμένη του βασιλιά, κι είχε καταφύγει κοντά στον Πηλέα, βασιλιά των θεσσαλικών Μυρμιδόνων. Εκεί, τον έκαναν παιδαγωγό του Αχιλλέα, γιου του μονάρχη. Ο θρύλος έλεγε πως ο Αχιλλέας ήταν από τα παιδικά του χρόνια προορισμένος να γίνει πιο διάσημος από τον πατέρα του, και το ίδιο έπρεπε αναλογικά να ισχύει και για τον Αλέξανδρο.
Ο Πλούταρχος λέει πως ο Λυσίμαχος δεν είχε μεγάλα μέσα για να επιβληθεί στην αυλή, και σε λίγο η Ολυμπιάδα, όπως θα έπρεπε κανείς να το περιμένει, του επέβαλε ως ανώτερο έναν από τους δικούς της συγγενείς που τον έλεγαν Λεωνίδα, και που πήρε τη θέση του κηδεμόνα και θετού πατέρα του μικρού πρίγκιπα.
Ο Λεωνίδας δεν αντιπροσώπευε καθόλου τον τύπο του ανθρώπου που θα διάλεγε ο ίδιος ο Φίλιππος για τον κηδεμόνα του Αλεξάνδρου. Ήταν πολύ αυστηρός και προφανώς είχε κάποια επιρροή πάνω στην Ολυμπιάδα. Ο Λεωνίδας ήταν φανατικός οπαδός της άκαμπτης πειθαρχίας. Πίστευε πως η κούραση και οι στερήσεις αποτελούν το καλύτερο φάρμακο για τη θέρμη της νεανικής ηλικίας, κι αντιπαθούσε όλες τις μορφές της πολυτέλειας και της μαλθακότητας. «Λ/α/, αυτός ο άνθρωπος -έλεγε αργότερα ο Αλέξανδρος- πήγαινε κι έψαχνε τις κασέλες, όπου είχα τα ρούχα και τα σκεπάσματά μου, και κοιτούσε για να δει μήπως η μητέρα μου είχε δώσει τίποτα που να μην το χρειαζόμουν πραγματικά και που θα μπορούσε να με σπρώξει προς τη μαλθακότητα».
Ο Λεωνίδας δεν άφηνε τον έφηβο ούτε και να τρώει τα καλά φαγητά που ετοίμαζαν οι μάγειρες του παλατιού για το βασιλικό τραπέζι, αλλά του είχε επιβάλλει την πιο απλή δίαιτα, δίνοντάς του ίσα-ίσα τα απαραίτητα. Όταν μεγάλωσε ο Αλέξανδρος διηγούταν στους φίλους του, ότι ο Λεωνίδας τον είχε εφοδιάσει με τους δυο καλύτερους μάγειρες του κόσμου για να κάνουν το φαγητό του ορεκτικό. Έναν ολονύχτιο περίπατο σαν πρόγευμα κι ένα ελαφρύ πρόγευμα σαν γεύμα. Δίδαξε στον νεαρό πρίγκιπα την οικονομία και το μέτρο σε όλα, κι ο Πλούταρχος αναφέρει πως μια φορά που ο μικρός Αλέξανδρος πετούσε ασυλλόγιστα μεγάλες ποσότητες λιβανωτού στη φωτιά της θυσίας, σε κάποια θρησκευτική γιορτή, ο Λεωνίδας τον μάλωσε αυστηρά και του είπε να μην είναι σπάταλος.
Αυτό το είδος της ανατροφής είχε ασφαλώς χρήσιμο αποτέλεσμα, γιατί έβαλε κάποιο χαλινό στη φυσική τάση της σπατάλης που είχε ο έφηβος, και διόρθωσε μια υπεροπτική αδιαφορία του για την αξία των πραγμάτων, χαρακτηριστικό που το είχε κι ο Φίλιππος. Στο ζήτημα αυτό της σπατάλης υπάρχουν ομοιότητες τόσο χτυπητές ανάμεσα στον χαρακτήρα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.
0 Μέγας Αλέξανδρος ήταν δεινός φι- λαναγνώστης· Τις νύχτες, η «Ιλιάδα» μαζί με το μαχαίρι του βρισκόταν πάντα κάτω από το προσκέφαλο του.
Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός ότι ο νεαρός Αλέξανδρος θεωρούσε πάντοτε τον εαυτό του σαν έναν νέο Αχιλλέα, τον ήρωα της οικογένειας της μητέρας του. Και ο πρόγονος του πατέρα του, ο Ηρακλής, είχε ταξιδέψει στην Ασία όπως και σε άλλα μέρη του κόσμου που κατά καιρούς ονειρευόταν ο Αλέξανδρος. Είχε επίσης πολεμήσει και για να επιτύχει τους περίφημους άθλους του είχε χρησιμοποιήσει, τόσο την εξυπνάδα του όσο και την ωμή βία.